Πως μπορεί να επιμεληθεί κανείς του εαυτού του άμα δεν τον γνωρίζει? Και ποιος είναι ο καταλληλότερος τρόπος για να τον γνωρίσει κανείς? Ο συνηθισμένος τρόπος, της θεωρητικής Φιλοσοφίας, είναι με την σκέψη και την ομιλία. Επίσης για να γνωρίσουμε τον κόσμο σημαντικές είναι και οι αισθήσεις μας. Αυτό το ονομάζει η Φιλοσοφία αντίληψη. Ο Νίτσε έδειξε, ότι κάθε τι που έχουμε γνωρίσει μέχρι τώρα ως ανθρωπότητα δεν είναι τίποτα άλλο από ερμηνεία. Οι Σαμάνοι του αρχαίου Μεξικού λένε κάτι άλλο: τα περισσότερα απ’ αυτά που γνωρίζουμε είναι ερμηνεία και πολύ λιγότερο αντίληψη. Αν και οι δύο προτάσεις μοιάζουν μεταξύ τους δεν λένε καθόλου το ίδιο. Το που διαφέρουν θα το δούμε παρακάτω.

Ο Νίτσε μας λέει, τι είναι η γνώση αλλά δεν μας λέει, τι δεν είναι η γνώση. Ο Νους μας είναι μαθημένος στις συγκρίσεις και τις συνθέσεις και έτσι, αν του δώσουμε μόνο το ένα μέρος του προβλήματος, αδυνατεί να βρει το επόμενο βήμα. Το επόμενο βήμα θα ήταν να βρούμε ας πούμε τους λόγους και τις αιτίες που περιορίζουν την αντίληψη μας και άρα συνεπώς την γνώση.

Ο Νους μας έχει πείσει ότι μόνο τόσο μπορούμε να αντιληφθούμε, όσο αντιλαμβανόμαστε. Απ΄ αυτό βγάζει ο ίδιος το συμπέρασμα, ότι τόσο μπορούμε και να γνωρίσουμε. O Κaντ ας πούμε, λέει , ότι μπορούμε να γνωρίσουμε τον Κόσμο και βέβαια μόνο ως Κόσμο των αντικειμένων, αλλά την εμπειρία του Θεού δεν μπορούμε να την κάνουμε.

Αντίληψη και γνώση είναι το ίδιο, και φτάνει μέχρι την γνώση των αντικειμένων, κι αυτό μόνο γιατί δεν έχουμε βρει τρόπους να αυξήσουμε αυτό που αντιλαμβανόμαστε. Και δεν έχουμε βρει άλλους τρόπους γιατί, είμαστε πεισμένοι, ότι δεν μπορούμε να αντιληφθούμε παραπάνω. Η προκατάληψη έγκειται στην πίστη μας, που είναι η πίστη του Νου, ότι μόνο με τον Νου μπορούμε να γνωρίσουμε. Ο λόγος που το κάνει αυτό ο Νους μας είναι ότι δεν θέλει να χάσει την κυριαρχία του πάνω στο ανθρώπινο ον. Η κυριαρχία του αυτή βασίζεται ακριβώς σε αυτήν την προκατάληψη. Ότι εκείνος είναι το μόνο γνωστικό εργαλείο που διαθέτουμε. Φτάνει δε ως εκείνο το σημείο, να μην του περνάει καν απ το Νου, ότι μπορούμε να αντιληφθούμε περισσότερα από αντικείμενα, ή όχι μόνο ως αντικείμενα, αλλά ως και κάτι άλλο. Όλο αυτό είναι κληρονομικο, δηλ. διδασκόμαστε να πιστευουμε ότι ο κόσμος μας είναι ένας κόσμος απλώς απτών αντιμκειμένων.

Η αυξανόμενη κυριαρχία του νου πάνω στη γνώση, στο πέρασμα των αιώνων, στέρησε απ’ τους ανθρώπους δυνατότητες αντίληψης, που μπορούν να τον οδηγήσουν σε άλλα μονοπάτια γνώσης και δράσης. Ήδη από τις αρχές της η Φιλοσοφία με τον Παρμενίδη, αγωνίστηκε να περιορίσει τις δυνατότητες αντίληψης που είχε ο άνθρωπος και τις έχασε με την πλήρη κυριαρχία της σκέψης και του λόγου. Έτσι έφτασε σε συμπεράσματα, όπως αυτό του Παρμενίδη, ότι- η σκέψη και το Είναι, είναι το ίδιο και το αυτό, αρχή που κυριαρχεί ακόμα σε όλες τις επιστήμες και τις γνωστικές διαδικασίες, μην επιτρέποντας στον άνθρωπο ούτε καν να σκεφθεί, ότι μπορεί να υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να φθάσει κανείς στη γνώση και μάλιστα σε μια γνώση που θα κάνει τον ίδιο ευτυχισμένο, δυνατό και γεμάτο αληθινή γνώση, αλλά και τον κόσμο του καλύτερο, γιατί θα έχει να κάνει με τον εσώτερο εαυτό του και με την πραγματική ουσία του Κόσμου, που είναι η ενέργεια.

Το τι ξέρουμε και πόσα δεν έχει τόση σημασία. Άλλωστε ξέρουμε κάθε στιγμή τα πάντα. Το πρόβλημα ξεκινά όταν θέλουμε να δράσουμε, και να κάνουμε την γνώση μας πράξη. Το ότι δεν μπορούμε να το κάνουμε είναι θέμα αντίληψης. Η αδυναμία της σκέψης να εξαντλήσει όλες τις εκδοχές δράσης, οδηγεί ολόκληρο το ανθρώπινο ον σε ανικανότητα να δράσει. Η εμμονή μας να θέλουμε να τα εξηγήσουμε όλα και να τα έχουμε όλα θπό έλεγχο μας παραλύει και μας σκοτώνει.  Ο λόγος όμως, λέει ο Δον Χουάν Μάτους, ο Σαμάνος δάσκαλος του Κάρλος Καστανέντα, που αγωνιζόμαστε μέχρι Θανάτου να τα αποδείξουμε και να τα εξηγήσουμε όλα, δεν είναι καθόλου η εξήγηση και η απόδειξη, κάτι που είναι βέβαια αδύνατο και το έχει αποδείξει και η Φιλοσοφία (Καντ) και τα Μαθηματικά Gödel), αλλά η αγωνία της Λογικής για κυριαρχία. Ο άνθρωπος κάτω απ” την κυριαρχία της Λογικής προτιμά να αυτοκτονήσει παρά παραδώσει ένα μέρος της, κάτι που θα τον κάνει πραγματικά δυνατό και θα του δώσει περισσότερη γνώση.

Η ενέργεια που ρέει ελεύθερα στο σύμπαν, εισρέει στο αντιληπτικό μας πεδίο και μετά στα αισθητήρια όργανά μας. Αυτό το ονομάζουμε αντίληψη. Η ενέργεια αυτή, αντίθετα απ’ αυτό που θεωρεί η Φιλοσοφία, (Καντ)δεν είναι μια άμορφη, ακατέργαστη μάζα, αλλά αποτελεί την ουσία του σύμπαντος, γιατί πρόκειται για γνώση και δύναμη. Αν δεν ήταν δεν θα γνωρίζαμε ούτε αυτό που γνωρίζουμε. Στην ενέργεια αυτή δίνει μετά μορφή η ερμηνεία, μέσω της Σκέψης και της Ομιλίας. Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε, είναι ότι, το ότι μπορούμε να γνωρίσουμε τόσα λίγα, και το ότι μπορούμε να μετατρέψουμε την ενέργεια που δεχόμαστε μόνο σε αντικείμενα, οφείλεται στην ποσότητα της ενέργειας που επιτρέπουμε να εισρεύσει στο αντιληπτικό μας πεδίο.

Η αντίληψη που κυριαρχείται απ’ την σκέψη και την ομιλία, άρα απ’ την ερμηνεία, είναι αυτή που εμποδίζει και στο τέλος διακόπτει την ελεύθερη ροή της ενέργειας στο αντιληπτικό μας πεδίο. Έτσι δεχόμαστε λιγότερη ενέργεια, με αποτέλεσμα να έχουμε προς επεξεργασία λιγότερα δεδομένα για τις αισθήσεις μας και τη σκέψη. Η Αντίληψη αυτή, δηλαδή η ενέργεια είναι πολύ σημαντική, γιατί αντίθετα από αυτό που θεωρεί ο Καντ δεν είναι ακατέργαστη ύλη, την οποία αφού εισέλθει στα αισθητηριακά μας όργανα, τα επεξεργάζεται ο Νους και τα φτιάχνει γνώση, πάνω στην οποία στηρίζει έπειτα ολόκληρο τον Κόσμο του. Αντίθετα η ενέργεια αυτή είναι δύναμη και γνώση κι αυτό που επεξεργάζεται ο νους είναι γνώση. Αν παραδεχτούμε ότι η γνώση μας εξαρτάται απ’ το πόση ενέργεια αφήνουμε να περάσει μέσα μας καταλαβαίνουμε ότι, αυτό θα σήμαινε ότι θα είχαμε και περισσότερη γνώση και δύναμη, που θα μας είναι χρήσιμη, γιατί αυτό θα μας άνοιγε νέες δυνατότητες γνώσης και δράσης.

Σίγουρο είναι ότι, ό,τι κι αν κάνουμε δεν μπορούμε να γλιτώσουμε απ’ την κυριαρχία της λογικής, τη σκέψη και τον ασταμάτητο εσωτερικό διάλογο, που αδιάκοπα, είτε δυνατά, με φωνή, είτε μέσα μας αθόρυβα συνεχίζεται αδιαλείπτως, τις περισσότερες φορές ερήμην μας ή τέλος πάντων ασυνείδητα. Δεν περνάει ούτε ένα δευτερόλεπτο που να μην υπολογίζουμε νοερά η φανερά, να μην λογαριάζουμε τα λόγια και τις σκέψεις μας, για πράξεις και ενέργειες, που στο τέλος των λογαριασμών και των υπολογισμών μας θα αφήσουμε ανεφάρμοστες. Αν παραδεχτούμε ότι η γνώση μας είναι αντίληψη, (κάτι που είναι κοινώς παραδεκτό) και ότι αυτή εξαρτάται από το πόση ενέργεια θα επιτρέψουμε να εισέλθει στο αντιληπτικό μας πεδίο και τις αισθήσεις μας, τότε αναγκαστικά θα φτάσουμε στο συμπέρασμα, ότι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε για να αντιληφθούμε και άρα να γνωρίσουμε περισσότερο είναι να εμποδίσουμε την έναρξη της διαδικασίας της ερμηνείας.

Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι όλα αυτά συμβαίνουν συγχρόνως. Η εισροή της ελεύθερης ενέργειας στα αισθητήρια όργανα και η ερμηνεία συμβαίνουν σχεδόν αυτόματα. Σημαντικό είναι να μην ξεχνάμε και αυτή είναι η δικιά μας ερμηνεία, ότι αυτήν την ίδια ερμηνεία την μάθαμε και την εξασκούμε απ’ την παιδική μας ηλικία και ότι πρόκειται πάντα για την ίδια διαδικασία: επικεντρώνουμε το βλέμμα μας σε ένα αντικείμενο και το ονομάζουμε. Το ένα το συνδέουμε μετά με ένα άλλο και έτσι παρασκευάζουμε τον κόσμο μας ή τον εαυτό μας. Τα μέρη αυτά αποτελούν τα χαρακτηριστικά του. Κατά αυτήν την διαδικασία περιοριζόμαστε για διευκόλυνση μόνο στα εξωτερικά χαρακτηριστικά του κόσμου, τα οποία είναι αναλλοίωτα, σταθερά και αμετάβλητα. Αυτά βέβαια είναι τα χαρακτηριστικά των αντικείμενων. Έτσι φτιάχνουμε τον κόσμο μας, που είναι τότε ένας κόσμος αντικειμένων στερημένος από την ουσία του, που είναι η Ψυχή του, δηλ. η ενέργεια, για τα οποία μόνο υποθέσεις κάνουμε ως τώρα.

Γιατί είναι σημαντική η εισροή περισσότερης ενέργειας? Είπαμε ότι η ενέργεια αυτή είναι η ουσία του σύμπαντος. Είναι η Δύναμη που φτιάχνει και κρατάει τα πάντα σε κίνηση, στη ζωή. Άρα με το να αφήνουμε να μπει περισσότερη ενέργεια μέσα μας, σημαίνει να έχουμε περισσότερη δύναμη και περισσότερη γνώση. Περισσότερη γνώση γιατί η ενέργεια αυτή είναι που έχει τις πληροφορίες και τη γνώση. Από όλη την ενέργεια που ρέει ελεύθερα στο σύμπαν, χρησιμοποιούμε μόνο με ένα πολύ μικρό μέρος για να φτιάξουμε τον κόσμο μας και τη ζωή μας. Δυστυχώς αυτή δεν είναι αρκετή για να λύνει όλα μας τα προβλήματα και μόνο τόσο λίγη, για να φτιάξουμε με αυτήν, αυτόν τον κόσμο της αδικίας, του πόνου, της αντίφασης, της κυνικότητας, του φόβου, του τρόμου, και της σκληρότητας. Με λίγα λόγια, το ότι εμείς οι ίδιοι και ο κόσμος μας είναι έτσι όπως είναι, είναι θέμα ενέργειας.

Το πρόβλημα της αντίληψης αυτής που φτιάχνει τον κόσμο αυτόν, ως κόσμο των αντικειμένων και μόνο, είναι ότι είναι στατικός, σταθερός και έτσι αμετάβλητος και δεδομένος. Αυτό σημαίνει με λίγα λόγια ότι, ό,τι και να κάνουμε και όσο και αν το επιθυμούμε είναι αδύνατο να αλλάξουμε, τόσο εμάς τους ίδιους και τη ζωή μας, όσο και τον κόσμο. Ένα αντικείμενο θα είναι πάντα ένα τέτοιο άψυχο πράγμα, ανίκανο να κινηθεί και έτσι να αλλάξει, να μεταβληθεί, υποκύπτοντας έτσι μόνο στην φθορά του χρόνου. Αυτή η φθορά μήπως όμως είναι αποτέλεσμα αυτής της ακινησίας και της στατικότητας? Απ’ όλα αυτά καταλαβαίνουμε, ότι είναι εξ αιτίας αυτής της αντίληψης που βλέπουμε και τον εαυτό μας και τους άλλους ανθρώπους και άλλα όντα ωσάν αντικείμενα.

Αυτό που μπορεί να επιτρέψει την συνέχιση της εισροής της ενέργειας μέσα μας είναι το να σταματήσουμε ή να καθυστερήσουμε την διαδικασία της ερμηνείας. Η ερμηνεία επιτυγχάνεται με την σκέψη και την ομιλία. Άρα για να καθυστερήσουμε την διαδικασία της ερμηνείας και να παρατείνουμε έτσι την εισροή της ελεύθερης ενέργειας μέσα μας, θα πρέπει να βρούμε τρόπους να απενεργοποιήσουμε την λειτουργία του Νου και της γλώσσας.

Το σταμάτημα της σκέψης και της ομιλίας είναι γνωστό ως Σιωπή. Η Σιωπή μας συνδέει κατ’ ευθείαν με την πηγή της γνώσης και της δύναμης. Μπορεί να μην το ξέρουμε ή να μην το παραδεχόμαστε, αλλά όλη η γνώση μας είναι αποτέλεσμα της σιωπής και καθόλου σκέψης και λόγου. Η Δύναμη αυτή έχει πάρει κατά την διάρκεια της ιστορίας της σκέψης και της γλώσσας πολλά ονόματα: Θεός, Πνεύμα, Δύναμη, Σκοπός κλπ.

Όλα αυτά έχουν αξία για μια γνώση που ως τώρα μας ήταν άγνωστη. Άλλωστε αυτό είναι και το ζητούμενο στο κυνήγι αυτό της γνώσης- να γνωρίσουμε νέα πράγματα και μάλιστα να γνωρίζουμε άμεσα και κατ’ ευθείαν χωρίς την διαμεσολάβηση άλλων παραγόντων: αισθημάτων, συναισθημάτων, ορμών, κλπ. Αυτήν την γνώση την ονομάζει η φιλοσοφία, απόλυτη, άμεση, καθαρή κλπ. όμως φτάνει μόνο στα προαναφερθέντα. Εξαιρεί την σκέψη και την ομιλία, αυτό που λέμε εσωτερικό διάλογο. Είναι όμως και ο εσωτερικός διάλογος ένα διαμεσολαβητής γνώσης. Μόνο που είναι διαμεσολαβητής για το γνωστό, δηλαδή ερμηνεύει αυτό που είναι ήδη γνωστό, και το οποίο είναι πολυερμηνευμένο και πάντα με διαφορετικούς τρόπους και σε όλες τις γλώσσες. Η διαφορετική σύνταξη, και ο διαφορετικός τρόπος γραφής μας δίνει την ψευδή εντύπωση, ότι μιλάμε για κάτι νέο. Το ότι είναι ψευδές αποδεικνύεται από το γεγονός ότι όλες οι προσπάθειες για την απόλυτη γνώση καταλήγουν σε αδιέξοδο.