Η ΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ

 

Το θέμα μας είναι η αλλαγή της σκέψης. Το πώς μπορεί κάποιος να αλλάξει την σκέψη του, στην προσπάθειά του να αλλάξει κάτι στην ζωή του, στον τρόπο που ζει ή στον τρόπο της συμπεριφοράς του.

Μπορεί να αλλάξει η σκέψη? Και αν Ναι, μπορεί η αλλαγή αυτή να επιφέρει το προσδοκώμενο?  Για να μπορέσουμε να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα θα πρέπει να δούμε το τι είναι η σκέψη, πως λειτουργεί και τι καταφέρνει κανείς με την σκέψη ή τις σκέψεις. Σκεφτόμαστε και αυτό που παράγουμε με την σκέψη είναι σκέψεις. Θεωρούμε ότι η σκέψη είναι ένα εργαλείο για την γνώση. Με την σκέψη δηλ. γνωρίζουμε. Η σκέψη αναφέρεται στον κόσμο, δηλαδή για το τι είναι ο κόσμος και ποια είναι η σχέση των όντων μέσα στον κόσμο και μεταξύ τους, αλλά κυρίως ποια είναι η σχέση του ανθρώπινου όντος με τον κόσμο και τα πράγματα. Με την σκέψη περιγράφουμε τον κόσμο με σκοπό να τον γνωρίσουμε. Ή μήπως ακόμα με την σκέψη φτιάχνουμε τον κόσμο?

Το είναι λέει ο Παρμενίδης είναι ίδιο με την σκέψη. Δηλαδή, ότι βλέπουμε και ότι είναι και υπάρχει είναι ίδιο με την σκέψη. Ή η σκέψη είναι ίδια με αυτό που υπάρχει. Η σκέψη είναι ένα εργαλείο που με αυτό επιβεβαιώνουμε κάτι, το οποίο αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας. Η πίστη μας είναι ότι οι αισθήσεις μας πολλές φορές ψεύδονται και ότι αυτό που προσλαμβάνουμε με τις αισθήσεις μας δεν είναι πάντα η αλήθεια. Αλήθεια είναι κάτι, όταν αυτό που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας ταιριάζει με το αντικείμενο που έχουμε εμπρός μας. Με την σκέψη εξετάζουμε αν αυτό που κείται ή στέκεται εμπρός μας είναι αυτό που βλέπουμε με τις αισθήσεις μας ή όχι και το επιβεβαιώνουμε.

Με την σκέψη επίσης αποδεικνύουμε αυτό για το οποίο ισχυριζόμαστε  ότι είναι αλήθεια. Με την σκέψη και με το λόγο εξηγούμε αυτό που βλέπουμε και αντιλαμβανόμαστε. Η πίστη μας είναι ότι με την σκέψη μπορούμε να τα εξηγήσουμε όλα. Αυτό βέβαια είναι κάτι που δεν το πιστεύει κανείς πια και βέβαια ούτε και η ίδια η σκέψη. Οι δυνατότητες της σκέψης για εξήγηση και απόδειξη είναι μικρές και έχουν όρια. Τα μεγάλα έργα της Φιλοσοφίας, αλλά και των επιστημών της Αλήθειας, όπως τα Μαθηματικά, αποδεικνύουν ότι η σκέψη έχει όρια και ότι δεν μπορεί να τα αποδείξει και να τα εξηγήσει όλα. Τότε γιατί επιμένουμε να πιστεύουμε και να υποστηρίζουμε αυτήν την προκατάληψη? Προκατάληψη είναι κάθε τι που θεωρούμε γνώση, χωρίς να το έχουμε από πριν ερευνήσει. Προκατάληψη είναι μια από πριν γνώση, κάτι που διδαχθήκαμε κάποτε στο παρελθόν και το θεωρούμε αληθινό, δηλαδή ότι ανταποκρίνεται σε αυτό που έχουμε εμπρός μας ή μέσα μας, που μας λέει ότι κάτι είναι έτσι ή αλλιώς. Ότι κάτι είναι έτσι και ότι δεν μπορεί παρά να είναι και δεν μπορεί να είναι διαφορετικό. Αν όμως η σκέψη είναι όντως ένα όργανο της γνώσης, δηλ. αυτό που θεωρούμε για γνώση, τότε είναι αυτή η ίδια, αλλά και τα παράγωγά της, (συμπεράσματα, προτάσεις κλπ) μια προκατάληψη? Τότε θα ήταν η αλλαγή της σκέψης που αναζητούμε, η απαλλαγή και η απελευθέρωση απ  αυτήν την προκατάληψη?

Απ την άλλη η σκέψη λειτουργεί μόνο για το γνωστό, για την ήδη γνωστή γνώση. Για αυτό που ήδη ξέρουμε και επομένως αυτό που δύναται να κάνει κανείς με την σκέψη και η ίδια η σκέψη σαν εργαλείο, είναι μόνο να περιγράψει το ήδη γνωστό. Αν είναι έτσι μπορεί όντως να ισχύει αυτό που πιστεύουμε με πάθος και απόγνωση, ότι η σκέψη είναι ένα εργαλείο γνώσης? Μπορεί η σκέψη να παράξει γνώση? Και όταν λέμε γνώση, εννοούμε κάτι που δεν είναι ακόμα γνωστό. Κάτι άγνωστο. Κάτι που είναι ήδη γνωστό δεν μπορούμε να το ονομάσουμε γνώση, αφού είναι ήδη γνωστό. Άρα σαν γνώση μπορούμε να λογαριάζουμε μόνο κάτι που είναι άγνωστο ως τώρα. Η σκέψη όμως, είπαμε, μπορεί να ερμηνεύσει μόνο το γνωστό και άρα δεν μπορεί να κάνει αυτό το οποίο αφελώς πιστεύουμε: να είναι ένα εργαλείο παραγωγής γνώσης.

Πως είναι δυνατόν, ρωτάει ο Αριστοτέλης, να γνωρίσουμε κάτι που ως τώρα μας ήταν άγνωστο? Και με αυτό εννοεί το πώς μπορούμε να γνωρίσουμε κάτι που δεν είναι ήδη γνωστό. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης λέει, ότι η σκέψη λειτουργεί μόνο για το γνωστό.

Ας ξαναθυμηθούμε για μια στιγμή το θέμα μας: Είναι, το τι μπορεί να κάνει η σκέψη και εμείς με την σκέψη και αυτό μας ενδιαφέρει για το λόγο, ότι είναι πρώτιστη ανάγκη για τον άνθρωπο να γνωρίζει και μάλιστα να γνωρίζει πάντα νέες, άγνωστες γνώσεις. Με την σκέψη κρίνουμε, ξεχωρίζουμε, συγκρίνουμε κάτι, που είναι κιόλας εμπρός μας. Δεν μπορούμε να βρούμε λύση ή να πάρουμε αποφάσεις ή να κάνουμε επιλογές, για το αν πρέπει να πράξουμε και για το πώς θα πράξουμε κάθε φορά που το θέλουμε ή να επιλέξουμε και να κάνουμε κάποια επιλογή. Η σκέψη δεν είναι η δύναμις που κινεί το ον, δηλαδή η δύναμις που το κάνει να πράττει. Και αυτό γιατί δεν έχει καμιά σχέση με την πράξη. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό και μάλιστα όταν το ακούς απ τον εφευρέτη του Νου και τον ιδρυτή της Λογικής, τον Αριστοτέλη?

Είπαμε ότι η σκέψη λειτουργεί μόνο με το γνωστό κι αυτό μόνο για να το περιγράψει και να βρει τις αναλογίες μεταξύ των πραγμάτων που το αποτελούν. Η εμμονή μάλιστα της σκέψης να ασχολείται με το γνωστό και η πίστη/προκατάληψη του ανθρώπου ότι με αυτόν τον τρόπο γνωρίζει, δεν οδηγεί απλώς σε έναν αέναο φαύλο κύκλο, μέσα στον οποίο ερμηνεύουμε και ξαναερμηνεύουμε το ήδη γνωστό, αλλά και κάνει κάτι πολύ χειρότερο: μπλοκάρει το άγνωστο, δηλ. την πηγή της γνώσης. Στην πραγματικότητα για τον Νου και για τον κυριαρχημένο πλήρως απ τον Νου άνθρωπο,  δεν υπάρχει άγνωστο. Η προκατάληψη αυτή και ο εγκλωβισμός μας στην κυριαρχία του Νου και της σκέψης, μας καθιστά ανίκανους και ανήμπορους για δράση. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε και αυτό που κάνουμε συνήθως όταν καλούμαστε να πράξουμε, είναι μόνο να σκεφτόμαστε για πράξη, αλλά ποτέ να πράξουμε και ακόμα περισσότερο να πράξουμε και εφαρμόσουμε τις σκέψεις μας στην πράξη. Ο ίδιος Αριστοτέλης λέει, ότι ακόμα και αν διατάξει η σκέψη, ο Νους, ο άνθρωπος πράττει σύμφωνα με αυτό που θέλουν οι επιθυμίες του, ως ο ακρατής, δηλ. αυτόν που δεν έχει θέληση, δύναμη. Στην πραγματικότητα ο άνθρωπος είναι ανήμπορος να πράξει. Κι αυτό γιατί δεν χρησιμοποιεί το σωστό εργαλείο για αυτό, την πράξη, το πράττειν, την δύναμη, η οποία μένει άπραγη και εξουδετερωμένη, απασχολημένη να δημιουργεί αυτόν τον λειψό κόσμο και αυτόν τον λειψό άνθρωπο. Η Δύναμη αυτή του Πράττειν είναι βέβαια η Θέληση και καθόλου ο Νους.

Θα ξαναγυρίσουμε λιγάκι σε αυτό που είπαμε λίγο πριν, το ότι η σκέψη μπλοκάρει το άγνωστο. Τι είναι το άγνωστο? Είναι η άγνωστη γνώση. Είναι η καινούργια γνώση. Η λύση, η έμπνευση, το καινούργιο. Και είναι αυτό ακριβώς που μπλοκάρουμε. Δηλαδή, την φρέσκια ιδέα, την λύση απ το πουθενά, την δύναμη. Είναι η δύναμη, η θέληση αυτή που εξαντλούμε και σπαταλούμε, εξηγώντας για άλλη μια φορά τα ίδια και τα ίδια και για την ίδια γνώση, που όπως είπαμε δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια προκατάληψη για κάτι, που το μάθαμε για σωστό και το πιστεύουμε για αληθινό, χωρίς να το έχουμε ποτέ ερευνήσει. Έτσι είμαστε, έτσι ή αλλιώς και αυτό είναι αυτό που μάθαμε ότι είμαστε, κάποτε στο παρελθόν από τους δασκάλους μας και στο οποίο  πιστεύουμε και ως και σκοτώνουμε για αυτό. Έτσι, θεωρούμε ότι είμαστε αποτυχημένοι ή ότι είμαστε τεμπέληδες ή άχρηστοι ή οι πιο ικανοί και έξυπνοι κλπ., κι αυτό γιατί αποτύχαμε κάποτε στην εφηβεία μας, ή επειδή δεν καταφέραμε κάποτε να πετύχουμε σε κάτι που κάναμε και γιαυτό και εξ αυτού βγάλαμε το συμπέρασμα ότι δεν είμαστε ικανοί, πετυχημένοι, κλπ. κλπ., ένα συμπέρασμα μάλιστα που θα ισχύει από τότε ως το τέλος της ζωής μας. Αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργεί η σκέψη και η Λογική, που είναι το σύστημα όλων των ΄΄γνωστών΄΄  γνώσεων. Με γενικεύσεις δηλ. και κατηγοριοποιήσεις. Αυτά βέβαια, όπως καταλαβαίνουμε έχουν ένα τεράστιο βάρος στον άνθρωπο, το οποίο τον αποδυναμώνει, γιαυτό και είναι σίγουρο, ότι αν δεν καταφέρει να απελευθερωθεί από όλες αυτές τις προκαταλήψεις δεν θα καταφέρει να αλλάξει ποτέ τίποτα στην ζωή του και στον κόσμο.

Η έρευνα έχει δείξει ότι κάθε όν που ζει, προσλαμβάνει από το σύμπαν ύλη, για την οποία η Φιλοσοφία πιστεύει ότι πρόκειται για ακατέργαστη ύλη και την οποία κατόπιν μορφοποιεί η σκέψη και την κάνει γνώση. Αυτό που κάνει η σκέψη, είπαμε, είναι να ξεχωρίζει, να κρίνει να συγκρίνει, να περιγράφει και να ερμηνεύει. Προσλαμβάνουμε ενέργεια όπως αυτή ρέει ελεύθερη στο σύμπαν, την οποία κατόπιν μετατρέπουμε με τις αισθήσεις μας σε αισθητηριακά δεδομένα, και τα οποία κατόπιν ερμηνεύει η σκέψη. Αυτό όλο έχουμε μάθει να το λέμε αντίληψη και αυτός είναι ο λόγος που συγχέουμε πάντα την αντίληψη με την σκέψη. Λέμε πως είναι θέμα αντίληψης και εννοούμε ότι είναι θέμα σκέψης και λέμε ότι πρέπει να αλλάξουμε την σκέψη μας και το συγχέουμε με την αλλαγή της αντίληψης. Όμως η αντίληψη είναι η διαδικασία εκείνη πρόσληψης της ενέργειας και αυτό μέχρι την εμφάνιση της σκέψης και της ερμηνείας. Αυτό που λέμε αντίληψη είναι η πρόσληψη της ελεύθερης ενέργειας και η μετατροπή της από τις αισθήσεις σε αισθητηριακά δεδομένα. Αυτό που θέλουμε να πούμε εδώ είναι ότι η σκέψη έπεται και αυτό που κάνει με την επέμβασή της βλέπουμε, είναι να μπλοκάρει, να σταματάει την ροή της ενέργειας, όπως εκείνη ρέει ελεύθερα στο σύμπαν. Και βέβαια να προσέξουμε εδώ, ότι χωρίς την ενέργεια και αυτό που αντιλαμβανόμαστε, δεν θα είχαμε τίποτα να ερμηνεύσουμε. Η δυστυχία μας είναι  ότι με αυτήν την ερμηνεία φτιάχνουμε τον κόσμο μας και το χειρότερο, όπως λέει και ο Νίτσε, είναι ότι ξεχνάμε ότι πρόκειται περί ερμηνείας. Και αυτό λοιπόν που πιστεύουμε για κόσμο και εαυτό, δεν είναι παρά μια ερμηνεία, η οποία, επειδή δεν ερευνήσαμε ποτέ την αλήθεια της, έχει καταντήσει μια προκατάληψη. Έτσι ο κόσμος που φτιάχνουμε και μέσα του ζούμε, είναι ένας κόσμος περισσότερο ερμηνείας και προκατάληψης. Περισσότερο από τι? Περισσότερο από Αντίληψη και περισσότερο από ενέργεια.. Είμαστε περισσότερο Νους, σκέψη, παρά Θέληση. Και στην πραγματικότητα είμαστε μόνο σκέψη, ερμηνεία και καθόλου θέληση. Όμως απ  την άλλη και αυτό είναι το ζητούμενο, το όργανο, η δύναμις που μπορεί να μας κάνει να κινηθούμε, αυτό θα πει να πράξουμε, είναι η Θέληση. Βλέπουμε λοιπόν με όλα αυτά το κακό που κάνει η απόλυτη κυριαρχία της σκέψης πάνω μας: απ την μια δεν οδηγεί στην γνώση και απ  την άλλη μπλοκάρει την θέληση να αναπτυχθεί, πράγμα που έχει σαν αποτέλεσμα την ανικανότητα μας να δράσουμε και να πράξουμε.

Τώρα, σε αντίθεση με την τρέχουσα πίστη, ότι αυτό που προσλαμβάνουμε από το σύμπαν είναι ακατέργαστη ύλη, η πίστη μας είναι ότι δεν πρόκειται καθόλου για κάτι τέτοιο, αλλά αντίθετα πρόκειται για ενέργεια, για μια δύναμη, που έχει συνείδηση του εαυτού της, κάτι που σημαίνει ότι είναι δύναμη αλλά και γνώση, και αυτό για τον απλούστατο λόγο, ότι σε άλλη περίπτωση δεν θα γνωρίζαμε ούτε κι αυτό που γνωρίζουμε. Η απόδειξη για αυτό το λίγο που γνωρίζουμε τελικά, από την ανακάλυψη της σκέψης και μετά, είναι ότι στην πραγματικότητα η σκέψη από τότε δεν έχει προχωρήσει ούτε χιλιοστό. Και αυτό που κάνουμε στην πραγματικότητα από τότε ως σήμερα, είναι να επαναλαμβάνουμε συνεχώς και αενάως τα ίδια και τα ίδια, αυτά που είπαν οι αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι και Μαθηματικοί κλπ., χωρίς να έχουμε καταφέρει να πούμε τίποτα καινούργιο.

Και έτσι και για να καταλήγουμε σιγά σιγά, πιστεύουμε στην Λογική και στην σκέψη, για τον μόνο λόγο ότι ερμηνεύει το γνωστό. Και τι είναι αυτό το γνωστό που ερμηνεύει? Αντικείμενο. Αυτό που καταφέρνει η σκέψη και ο άνθρωπος με την σκέψη, είναι να φτιάξει και ερμηνεύσει  αλλά και να πιστέψει σε αντικείμενα και ότι όλα στον κόσμο, αλλά και αυτός ο ίδιος δεν είναι τίποτα παραπάνω από απλά, απτά αντικείμενα. Το μπέρδεμα γίνεται και αρχίζει απ  την στιγμή που βλέπει, ότι δεν είναι καθόλου έτσι και όταν βλέπει, ότι δεν μπορεί να είναι μόνο ένα αντικείμενο, αλλά αισθάνεται ότι θα πρέπει να υπάρχει και κάτι άλλο από αυτό το στέρεο, άκαμπτο, συμπαγές, ακούνητο, αμετάβλητο αντικείμενο. Και πάλι όμως έρχεται η σκέψη και μας λέει, ότι αυτό το κάτι άλλο και το κάτι περισσότερο, δεν είναι τίποτα άλλο απ το νοητό και ότι αυτό το νοητό, το υπερβατικό, θα μπορέσει να το συλλάβει με την σκέψη και τον Νου, που είναι το εργαλείο με το οποίο ο άνθρωπος συλλαμβάνει τα νοητά, σε αντίθεση βέβαια με τα αισθητηριακά που γνωρίζει με τις αισθήσεις. Αυτά που γνωρίζει ο άνθρωπος με τις αισθήσεις τα λέει αντικείμενα και υποστηρίζει ότι αυτό δεν είναι το παν που υπάρχει. Υπάρχουν και τα νοητά που είναι ανώτερα και πιο σίγουρα σαν γνώση. Όμως και τα νοητά δεν ασχολούνται με αντικείμενα? Ποια λοιπόν η διαφορά μεταξύ των δύο? Ή μήπως τα νοητά είναι πιο σίγουρη γνώση? Κυρίως αυτά είναι που βασίζονται σε υποθέσεις και ολόκληρα οικοδομήματα της Νόησης συντρίβονται μόλις ταραχτεί η βάση τους, δηλ. η υπόθεση πάνω στην οποία οικοδομήθηκαν.

Το ενδιαφέρον του ανθρώπου, ήταν πάντα το πώς να πράξει σύμφωνα με την γνώση του και να εφαρμόσει την γνώση του αυτή στην πράξη. Αυτό είναι και το ενδιαφέρον του συλλόγου, ‘’Ο κήπος της ελεύθερης σκέψης’’, που μου ζήτησε να μιλήσω για την σκέψη και πώς να την αλλάξουμε. Αυτό εξετάζουμε λοιπόν εδώ, με την ελπίδα ότι αλλάζοντας την σκέψη, μπορεί κάποιος να πράξει και μάλιστα να πράξει ορθά. Να το πούμε και μάλιστα σαν συμπέρασμα και μετά από όλα όσα είπαμε για την σκέψη και όλα αυτά, τα περιορισμένα τα οποία καταφέρνει η ίδια, αλλά και ο άνθρωπος με την βοήθεια της, ότι με την σκέψη δεν μπορούμε να πράξουμε… παρά μονάχα σκέψεις. Οι σκέψεις όμως δεν είναι πράξεις, ή τουλάχιστον δεν είναι πράξεις που μπορούν να αλλάξουν έναν τρόπο ζωής ή έναν τρόπο συμπεριφοράς και μια στάση ζωής, γιατί η ζωή είναι πράξη και μπορούμε να την πράξουμε, δηλ. να την ζήσουμε μόνο πράττοντας και ποτέ σκέφτοντας ή μιλώντας και επιχειρηματολογώντας για αυτήν. Να πράξουμε λοιπόν δεν μπορούμε με την σκέψη ή τον Νου σαν όργανο. Με αυτό που μπορούμε να πράξουμε είναι η Θέληση, η Σκόπευση, η Όρεξη, λέει και ο Αριστοτέλης.

Η κυριαρχία της Λογικής πάνω στο ανθρώπινο ον, έκανε να μπλοκάρουν  λειτουργίες και Δυνάμεις που ο άνθρωπος κατέχει προς γνώση και δράση, αλλά εξ αιτίας αυτής της κυριαρχίας δεν εξερεύνησε και δεν ανέπτυξε, με αποτέλεσμα να εξασθενήσουν και να περιέλθουν σε πλήρη απαξίωση και απραξία. Η Θέληση έχει καταντήσει, ΕΝΑΣ ακόμα όρος της Λογικής και όχι αυτό που είναι στ’ αλήθεια, δηλ. η Δύναμη της κίνησης, η δύναμη που δύναται να οδηγήσει το ον στην πράξη. Ο άνθρωπος προσπαθεί ακόμα να πράξει με την σκέψη, κάτι βέβαια που είναι αδύνατο. Όλο αυτό έχει βέβαια και άλλες προεκτάσεις με τις οποίες  δεν μπορούμε να ασχοληθούμε εδώ τώρα. Επιφυλάσσομαι για κάποια άλλη φορά αν μου ζητηθεί. Να πούμε μόνο ότι έστω και έμμεσα, η Θέληση είναι η δύναμη εκείνη μέσα μας, που μπορεί ακόμα και να οδηγήσει τον άνθρωπο σε υψηλές πράξεις και δράσεις, γνώσεις και εμπειρίες, όπως η εμπειρία υψηλών εννοιών, όπως ο Θεός, η Ψυχή και η ελευθερία. Αλλά γι  αυτό κάποια άλλη φορά.

 

 

Συμπερασματικά: το εγχείρημα μας εδώ ήταν να καθορίσουμε το τι είναι η σκέψη και το κάναμε με το να εξετάσουμε την λειτουργία της, δηλ. το τι μπορεί να κάνει η ίδια αλλά και τι καταφέρνει και ο άνθρωπος με την βοήθειά της. Όλο αυτό το εξετάσαμε έχοντας στο μάτι, το κατά πόσο η σκέψη και μάλιστα η αλλαγή της σκέψης, μπορεί να μας βοηθήσει να αλλάξουμε κάτι στον εαυτό μας και στον κόσμο. Να αλλάξουμε συμπεριφορά, τρόπο ζωής, με σκοπό να την ζήσουμε καλύτερα και αποτελεσματικότερα. Κατά πόσο δηλ. η σκέψη μπορεί να χρησιμεύσει σαν το εργαλείο εκείνο για δράση, σε σχέση και σύγκριση προς το κατ  εξοχήν εργαλείο της Πράξης, την θέληση.

Αυτό που προσπάθησα λοιπόν εδώ είναι να κάνω εμφανές αυτόν τον πολύ σημαντικό διαχωρισμό μεταξύ της σκέψης σαν την δύναμη του Σκέπτεσθαι, και της Θέλησης ως την δύναμη που είναι υπεύθυνη για πράξη. Αυτό που απεγνωσμένα ζητάμε όλοι μας με το να ασχολούμαστε με αυτό που λέμε αλλαγή της σκέψης, είναι να αλλάξουμε κάτι στην ζωή μας. Λοιπόν αυτό που λέω εδώ είναι ότι αυτό είναι αδύνατο να το καταφέρουμε με την σκέψη και με οποιαδήποτε αλλαγή της αλλά μόνο με την ανάπτυξη της Θέλησης.