28-11-2014 αφισα Δ ύναμη της θέλησης

Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΘΕΛΗΣΗΣ

 

 

 

Θέληση είναι όλα τα μικροπράγματα που κάνουμε με την έννοια ότι όλα αυτά που κάνουμε απαιτούν από μέρους μας να καταναλώσουμε δύναμη, ενέργεια και αυτό σημαίνει ότι όντας υποχρεωμένοι να πράξουμε με τον συγκεκριμένο τρόπο δεσμεύουμε δύναμη, δηλαδή την Θέληση.

 

Η Θέληση είναι υπεύθυνη για την συμπεριφορά μας. Το λέμε αυτό σύμφωνα με αυτό που είπαμε παραπάνω. Αν είναι όμως η Θέληση υπεύθυνη για την συμπεριφορά μας, τότε πως μπορούμε να αλλάξουμε, τόσο την συμπεριφορά μας αλλά και τον τρόπο της ζωής μας? Χρειάζεται ενέργεια, Θέληση για να συμπεριφερθούμε με τον συγκεκριμένο τρόπο που το κάνουμε συνήθως και χρειάζεται ενέργεια, Θέληση για να την αλλάξουμε. Όμως, πώς να το καταφέρουμε αυτό, αφού η θέλησή μας είναι δεσμευμένη με τον συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς μας και ζωής μας?

 

Να πούμε από την αρχή ότι η συμπεριφορά μας και ο τρόπος που ζούμε, που βασίζονται στην συνήθεια και τον αυτοματισμό, δεν μας αρέσει. Θέλουμε να τον αλλάξουμε. Αφού η Θέληση, αυτή που έχουμε είναι υπεύθυνη για  τη συμπεριφορά μας και αυτή είναι λάθος και θέλουμε ή πρέπει να την αλλάξουμε, τότε μάλλον και η Θέληση είναι κάπου λάθος τοποθετημένη. Κάπου εστιάζει σε λάθος πράγματα. Αυτά που κάνουμε είναι λάθος ή τα κάνουμε με λάθος τρόπο ή δεν τα κάνουμε καθόλου.

 

Για να μπορέσουμε λοιπόν να αλλάξουμε τον τρόπο που συμπεριφερόμαστε και που ζούμε, θα πρέπει πρωτίστως να δούμε ποιοι είναι αυτοί οι τρόποι που δεσμεύουν την Θέλησή μας και την αδυνατίζουν. Με την Θέληση φτιάχνουμε τον τρόπο που ζούμε και με την Θέληση συγχρόνως τον κρατάμε σταθερό, (ασυνείδητα βέβαια) όπως είναι. Έτσι όμως όπως είναι δεν μας αρέσει. Αυτό λοιπόν που έχουμε να κάνουμε, μιας και δεν έχουμε άλλη Θέληση για να την αντικαταστήσουμε με την παλιά, είναι να της αλλάξουμε κατεύθυνση. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι έχουμε δύο Θελήσεις, με την έννοια ότι άλλα κάνουμε με την μια και άλλα με την άλλη?

 

Αν φαίνονται όλα αυτά πολύ αφηρημένα και δυσνόητα, πρέπει να πούμε ότι δεν είναι καθόλου στην πράξη. Εννοούμε την καθημερινή πράξη, εκεί δηλαδή που δεσμεύεται η Θέληση μας και εκεί που εξασθενεί. Εκεί δηλαδή που την ξοδεύουμε. (Η ανάπτυξη της θέλησης μπορεί να προέλθει μόνο σαν αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης του πως και σε τι ξοδεύουμε την ενέργεια μας).

 

Λέμε τόσην ώρα ότι είναι η Θέληση που κάνει τον Κόσμο, την συμπεριφορά μας και τον τρόπο μας έτσι όπως είναι. Δηλαδή? Είναι η Θέληση που μας κάνει να θυμώνουμε, να προσβαλλόμαστε, να θιγόμαστε, να οργιζόμαστε, να κλαίμε, να χτυπιόμαστε και να χτυπάμε άλλους, να είμαστε εξαρτημένοι από κάθε λογής συνήθειες? Είναι η Θέληση αυτή που κάνει τον Κόσμο έτσι όπως είναι? Και δεν είναι ανοησία αυτό? Να έχουμε το εργαλείο και να μην το χρησιμοποιούμε ή να το χρησιμοποιούμε λάθος, ή για λάθος πράγματα? Και δεν έχουμε καθόλου μυαλό ή δεν έχουμε μάθει από τα παθήματά μας ή τα παθήματα άλλων ανθρώπων γνωστών ή από την ιστορία του ανθρώπου? Είναι ο άνθρωπος τόσο χαζός, ώστε αν και ξέρει ποιό είναι το σωστό να μην το κάνει? Μπορούμε στ αλήθεια να κάνουμε ότι θέλουμε? Απ την άλλη μπορούμε στ αλήθεια? Το να μπορούμε, δεν θα σήμαινε σύμφωνα με αυτό που είπαμε, να μπορούμε να κάνουμε κουμάντο στην Θέληση μας, να την ελέγχουμε και να την κατευθύνουμε κατά που το θέλουμε ή το χρειαζόμαστε? Ή τέλος, κατά που μας λέει το μυαλό μας και η γνώση μας? Τι είναι λοιπόν αυτό που φταίει και καταντάμε έρμαια των παθών μας ακόμα και τότε που δεν το θέλουμε? Γιατί καταντάμε ως οι ακρατείς, αυτοί που δεν έχουν δύναμη, δεν έχουν αυτοέλεγχο και αυτοπειθαρχία να τραβήξουν τον δρόμο που πήραν ως το τέλος ή να του αλλάξουν πορεία όταν το θέλουν ή όταν αυτό είναι χρειαστό; Ή να κάνουν αυτό τέλος που τους επιτάσσει το μυαλό?

 

Τόσην ώρα και τόσους αιώνες σκεφτόμαστε σε σχέση με αυτό το ένα και μοναδικό ερώτημα: πως μπορώ επιτέλους να εφαρμόσω την σκέψη στην πράξη? Πως μπορώ να κάνω την γνώση μου πράξη? Να πράξω σύμφωνα με αυτό που ξέρω, αλλά και σύμφωνα με αυτό που θέλω; Και οι άλλοι το ίδιο κάνουν. Μα όλοι αδύναμοι είναι? Πως το έλυσε η Φιλοσοφία το πρόβλημα αυτό? Μα δεν το έλυσε! Απεφάνθη μόνο ότι είναι στην φύση του ανθρώπου να μην μπορεί να κάνει κουμάντο στα πάθη του, στον εαυτό του, στην θέληση του. Η Θέληση κατάντησε εκείνο το ζωώδες ένστικτο που κρατάει έρμαιο τον άνθρωπο, ανήμπορο να αντιδράσει και να ελέγξει τα πάθη του και να κάνει επιτέλους εκείνο που κάθε φορά θέλει. Να συμπεριφερθεί όπως θέλει και να ζήσει όπως θέλει. (Ποτέ δεν θα μπορέσουμε να καταφέρουμε να αναπτύξουμε την Θέληση αν δεν συνειδητοποιήσουμε ότι εμείς οι ίδιοι ως όντα είμαστε δύναμη και ενέργεια, δηλ. θέληση). Έτσι ζούμε όλοι μας την ζωή κάποιου άλλου και ποτέ την δικιά μας. Και τι, ποια είναι η ζωή που ζούμε? Μια δυστυχισμένη ζωή και μια χαμένη ευκαιρία μετά την άλλη… ώσπου κουραζόμαστε, πολύ γρήγορα είναι η αλήθεια, ήδη στα πρώτα νιάτα μας και είμαστε κιόλας από τότε παραδομένοι. Που? Στις κακές συνήθειες, στην παθητικότητα και στην κυνικότητα και τον ωχαδερφισμό, κανονικά θύματα αρχαίων κοινωνικοπολιτικών συμβάσεων, με όλες τις γνωστές τους συνέπειες. Να μην ζούμε! Να μην κάνουμε τίποτα παρά να σκοτώνουμε τον χρόνο μας και να ξοδεύουμε την δύναμή μας, δηλαδή την Θέληση μας σε λάθος πράγματα και με λάθος τρόπο. Ποιος είναι ο λόγος για αυτή την κατάντια και γιατί δεν μπορούμε διαφορετικά?

 

Η απάντηση σε αυτό είναι γιατί δεν χρησιμοποιούμε το σωστό εργαλείο. Η Θέληση ως τέτοια είναι μια δύναμη. Είναι η δύναμη της ζωής και η δύναμη που μας κρατάει ζωντανούς και αυτή που κάνει τον κόσμο κάθε μέρα φρέσκο και ζωντανό. Το λάθος που κάνουμε ως ανθρώπινα όντα, που μας κάνει να αποφαινόμαστε κιόλας ότι αυτή είναι η φύση του ανθρώπου (λες και είναι στη φύση του ανθρώπου να είναι έτσι,  μίζερος, κακός, άβουλος, απαθής, ζαμανφουτίστας, αδιάφορος για την μοίρα του και την μοίρα του κόσμου, ώστε να καταστρέφει τον εαυτό του και τον κόσμο?). Να εγκληματεί αδιάκοπα κατά του εαυτού του και κατά της ανθρωπότητας, ακόμα και φορές που δεν το θέλει ή που δεν χρειάζεται. Ακόμα και τότε που θέλει να κάνει κάτι καλό για τον εαυτό του και τον κόσμο να μην μπορεί. Είναι λοιπόν αυτή η φύση του ανθρώπου? Και πως τότε ο Θεός τον έφτιαξε καθ εικόνα και ομοίωσιν? Σημαίνει αυτό ότι και ο Θεός και η φύση του είναι τέτοια, ίδια? Να καταστρέφει ότι έχει φτιάξει, περισσότερο από το να είναι δημιουργικός? Ας τον αφήσουμε όμως αυτόν στην άκρη, γιατί έτσι κι αλλιώς δεν πιστεύουμε στον Θεό. Τουλάχιστον όχι σε αυτόν έτσι που μας τον έχουνε μάθει ότι είναι ο Θεός. Όπως και να είναι όμως, είναι σίγουρο ότι δεν ασχολείται μαζί μας. Πάντως κάτι υπάρχει πιο μεγάλο από εμάς, μέρος του οποίου είμαστε και εμείς οι άνθρωποι. Μια Δύναμη, που τα ξέρει όλα και τα φτιάχνει όλα. Να την πούμε, Θεό, Πνεύμα, Δύναμη, Σκοπό, Αφηρημένο, Απεραντοσύνη, Άπειρο, Θέληση; κλπ. Με αυτό που λέω δεν αρνούμαι τον Θεό. Θέλω να μεταφέρω την ευθύνη για το χάλι του ανθρώπου στον ίδιο τον άνθρωπο και μάλιστα στον καθένα ξεχωριστά και τουλάχιστον για την προσωπική του ζωή.

 

Αν η συμπεριφορά μας και ο τρόπος που ζούμε και ο τρόπος και το είδος του Κόσμου όπως τον φτιάχνουμε, εξαρτάται και οφείλεται στην Θέληση, στην Δύναμη που έχουμε, τότε θα πρέπει και μείς να χρησιμοποιήσουμε την Θέληση μας για να τα αλλάξουμε όλα αυτά,  που συμφωνούμε ότι δεν μας αρέσουν και ότι θέλουμε να τα αλλάξουμε. Πως όμως να το κάνουμε αυτό, πώς να το καταφέρουμε, όταν την Θέληση, σαν την δύναμη που έχουμε για να φτιάξουμε την συμπεριφορά μας και την ζωή μας και τον Κόσμο, την χρησιμοποιούμε για να τα φτιάξουμε όλα αυτά… έτσι ακριβώς όπως είναι τώρα? Μοιάζει με αντίφαση όμως στην πράξη δεν είναι. Το δυστύχημα είναι ότι όλα αυτά είναι έτσι, γιατί μας έχουν μάθει ότι έτσι πρέπει να είναι. Ότι αυτό πρέπει να κάνουμε. Και αυτό από τότε που γεννηθήκαμε. Με αυτό τον τρόπο μάθαμε να δεσμεύουμε την Θέλησή μας, ακριβώς σε αυτά και με αυτά. Αυτά όμως συμφωνήσαμε ότι είναι κακά πράγματα. Μας κάνουν να δυστυχούμε, και μας κάνουν να ξοδεύουμε την δύναμή μας σε κακά πράγματα. Κακά όχι από ηθικής άποψης, αλλά κακά γιατί μας τρώνε όλη την δύναμή μας, δηλ. την Θέληση μας. Έτσι η Θέληση μας, όταν ξεκινάμε αυτόν τον δρόμο της γνώσης και της προσπάθειας αλλαγής, και μεταμόρφωσης του εαυτού, του τρόπου ζωής και του Κόσμου, αυτή είναι ίση με το Μηδέν! Είναι λογικό λοιπόν ότι με μια θέληση ίση με το Μηδέν να μην μπορούμε να κάνουμε τίποτα για να αλλάξουμε. Η αλήθεια είναι και όσο και αν δεν το παραδεχόμαστε ή δεν το σκεφτόμαστε, δεν μας περνάει καν απ τον νου ότι δεν έχουμε θέληση. Άρα δεν είναι ότι δεν έχουμε την θέληση, αλλά στ αλήθεια ότι δεν μπορούμε. Το μπορώ σημαίνει ότι έχω την δύναμη να κάνω κάτι. Η δύναμη απ την άλλη είναι η θέληση μας. Άρα όταν δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι, είναι γιατί δεν έχουμε την θέληση. Δεν είναι σωστό λοιπόν αυτό που λέμε: δεν υπάρχει δεν μπορώ, δεν θέλω υπάρχει. Οποία χαζομάρα και οποία παγίδα, μες την οποία πέφτουμε και έχουμε πέσει ως ανθρωπότητα, να νομίζουμε ότι την έχουμε την θέληση. Την έχουμε, αλλά για τα κακά πράγματα. Γιαυτό γίνεται εκείνη μηδέν και για τον λόγο αυτόν αν θέλουμε να την ζωντανέψουμε και να την αναπτύξουμε θα πρέπει να την αποδεσμεύσουμε από όλα όσα εκείνα την δεσμεύουν και την ξοδεύουν. Αυτή η δύναμη που θα εξοικονομήσουμε με αυτόν τον τρόπο θα είναι η δύναμη της θέλησης που θα μας βοηθήσει να αλλάξουμε και τον τρόπο της ζωής μας και την συμπεριφορά μας. Και προπάντων να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στον δρόμο της γνώσης, αλλά και να κάνουμε αυτήν την ζωή που θέλουμε. Ποιά είναι αυτή? Μα να ζήσουμε ελεύθεροι και έχοντας αυτοέλεγχο και πειθαρχία.

 

Γιατί δεν την έχουμε εξελίξει ως τώρα την θέληση? Γιατί ως τώρα δεν την εκλαμβάνουμε ως την δύναμη της συμπεριφοράς και της πράξης.  Απ  την άλλη όπως είπαμε πιστεύουμε ότι την έχουμε. Αυτό που μας κάνει να πιστεύουμε ότι την έχουμε, είναι το μυαλό μας. Πιστεύουμε ότι επειδή το μυαλό έχει την δύναμη να φτιάχνει αρχές, κατηγορίες και να βάζει τάξη στις σκέψεις και τα λόγια έτσι απλώς …λέγοντας και συλλογίζοντας, θα βάλει σε τάξη και στις πράξεις μας και την συμπεριφορά μας. Και ότι αφού απλώς και μόνο σχεδιάζει τρόπους συμπεριφοράς και ενεργειών, μπορεί έτσι να δράσει κιόλας και να κάνει αυτόματα πράξεις. Η αλήθεια είναι,  και δεν είναι τραβηγμένο αυτό και για εντυπωσιασμό, ότι δεν μπορούμε να δράσουμε, να πράξουμε. Και αυτό για τον λόγο που είπαμε παραπάνω: γιατί τελικά δεν την έχουμε την Θέληση. Η θέληση δεν είναι μια ακόμα αρχή της σκέψης και του νου, ένας κανόνας και σαν τέτοιος να υπακούει στην σκέψη και στα λόγια. Αν ήταν έτσι θα το είχε κάνει κιόλας ως τώρα. Όμως ξέρουμε ότι δεν το κάνει. Δεν μπορεί να διατάξει ο νους, όπως λέει και ο Αριστοτέλης και να κινηθεί το ον, δηλαδή να πράξει. Και άλλα λέει ο νους και άλλα κάνει ο άνθρωπος, που απλώς ακολουθεί τις επιθυμίες του, ως ο ακρατής. Το πρώτο λοιπόν που έχουμε να κάνουμε είναι αυτά τα δύο να τα ξεχωρίσουμε. Άλλο ο νους και άλλο η Θέληση. Η θέληση ως δύναμη μπορεί να υπακούει σε εντολές μόνο μιας δύναμης. Και κουμάντο μπορούμε να την κάνουμε μόνο με την δύναμη και αρχές που ανήκουν στην δύναμη και προέρχονται, μόνο από την δύναμη.

 

Μετά από όλα αυτά λοιπόν μπορούμε να καταλήξουμε στο ασφαλές συμπέρασμα ότι την θέληση μπορούμε να την αναπτύξουμε μόνο πράττοντας και όχι και μάλιστα καθόλου μιλώντας και σκέπτοντας. Πράττοντας τι? Πράττοντας άλλα από τα συνηθισμένα και πράττοντας με διαφορετικό τρόπο. Με αυτόν τον τρόπο γνωρίζουμε τον τρόπο που συνήθως συμπεριφερόμαστε, ενεργούμε, και πράττοντας διαφορετικά και με διαφορετικό τρόπο ελευθερωνόμαστε απ  τον παλιό, ενώ συγχρόνως δίνουμε στην Θέληση μιαν άλλην κατεύθυνση. Πως? Θέλοντας!